Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

Στο δρόμο

Οι Khebez Dawle παίζοντας το τραγούδι Bel Share
στη Βηρυττό, λίγο πριν πάρουν το δρόμο για την
Ευρώπη.
Khebez Dawle σημαίνει "κρατικό ψωμί". Στη Συρία η κυβέρνηση του Άσαντ χρηματοδοτούσε την παραγωγή ψωμιού για τους πολίτες και η φράση είχε φτάσει να συμβολίζει τη σταθερότητα που εξασφάλιζε το κράτος. Μια ισχνή ευημερία με κόστος την έλλειψη ελευθερίας και την εξάρτηση από την κυβέρνηση. Khebez Dawle είναι το όνομα που διάλεξε ένα ροκ συγκρότημα το οποίο δημιουργήθηκε στη Συρία, ενώ η Αραβική Άνοιξη στη χώρα εξελισσόταν ταχύτατα στο γνωστό σφαγείο. Κρυβόντουσαν για να αποφύγουν τη στρατολόγηση και τελικά, όταν ο ντράμερ του συγκροτήματος σκοτώθηκε, αποφάσισαν να φύγουν μαζί. Εγκαταστάθηκαν για λίγο καιρό στο Λίβανο και μετά από ένα μικρό διάστημα ξεκίνησαν το ταξίδι για την Ευρώπη. Πριν φύγουν από τη Βηρυττό πούλησαν ό,τι είχαν και δεν είχαν για να μαζέψουν χρήματα. Στην Κωνσταντινούπολη βρήκαν αυτούς που θα τους μετέφεραν στη Λέσβο. Όταν η βάρκα έφτασε σε κάποια παραλία τού νησιού, οι μουσικοί άρχισαν να μοιράζουν σιντί τους στους παραθεριστές που βρίσκονταν εκεί. Σε συνεντεύξεις τους έχουν χαρακτηρίσει σουρεαλιστικό το περιστατικό της διανομής των σιντί.
Επόμενος σταθμός η Αθήνα όπου αγόρασαν μία κιθάρα, αφού, όπως είπε σε συνέντευξη στο Al Jazeera ο ιδρυτής του συγκροτήματος Ανάς Μαγκρεμπί, δεν μπορούσαν να αντέξουν χωρίς να παίζουν μουσική. Γράφοντας αυτό το άρθρο σταματάω λίγο για να βάλω τον εαυτό μου στη θέση τους. Αν γινόμουν πρόσφυγας, τι θα έπαιρνα μαζί; Πάντοτε ένιωθα σαν μια χελώνα -δεν μπορώ να ζήσω χωρίς να κουβαλάω το καβούκι-σπίτι μου. Κοιτάω τα βιβλία, πέντε-έξι βιβλιοθήκες παραγεμισμένες με βιβλία. Θα τα παρατούσα όλα, δε θα προσπαθούσα καν να τα πουλήσω, ποιος αγοράζει βιβλία; Θυμάμαι την Μαρία Μπράουν, από την ταινία του Φασμπίντερ, να μιλά με έναν μαυραγορίτη που υποδύεται ο ίδιος ο Φασμπίντερ. Του πουλάει τα κοσμήματά της προσπαθώντας να βρει λεφτά στην μεταπολεμική, ισοπεδωμένη Γερμανία. Ο μαυραγορίτης της προτείνει να αγοράσει μία πολύτιμη έκδοση των απάντων του Χάινριχ φον Κλάιστ. "Τα βιβλία καίγονται πολύ γρήγορα και δεν ζεσταίνουν", του λέει η Μαρία. "Ναι, είναι κι αυτή μια άποψη", συμφωνεί ο μαυραγορίτης. "Είναι η δική μου άποψη", απαντά.
Δεν αξίζουν τίποτα τα πράγματα σε έναν πόλεμο, όσο κι αν τα αγάπησες, όσο κι αν ταυτίστηκες και συνδέθηκες μαζί τους. Θα τα παρατούσα όλα πίσω, όπως όλοι οι πρόσφυγες, σε κάθε εποχή, Έλληνες της Μικρασίας και του Πόντου, Αρμένιοι της Ανατολίας, Σέρβοι από την Κράινα, Βόσνιοι, Κύπριοι, Γερμανοί Σουδήτες, αναρίθμητα έθνη. Μια βόμβα θα έβρισκε το σπίτι, θα τα έκανε όλα στάχτη. Κι αν δεν ήταν βόμβα θα ήταν κάποιοι ένοπλοι που θα ορμούσαν να βρούνε πράγματα αξίας και θα διασκέδαζαν καίγοντας τους τόμους και σκίζοντας τις σελίδες. Είναι οδυνηρό να σκέφτεσαι τον εαυτό σου στη θέση του πρόσφυγα, σε κάνει να θες να σταματήσεις το κακό. 
Από την Αθήνα ακολούθησαν τη γνωστή διαδρομή των προσφύγων μέσα από τα Βαλκάνια. Στα σύνορα με την Κροατία, έπειτα από αρκετή αναμονή μέσα στη βροχή και τις λάσπες, τους συνέλαβε η αστυνομία και τους κράτησαν είκοσι τέσσερις ώρες. Συστήθηκαν ως μουσικοί στους αστυνόμους και ένας από αυτούς, που ήταν ο ίδιος ερασιτέχνης ντράμερ, παρακολούθησε ένα τραγούδι τους στο YouTube. Το σουρεαλιστικό στοιχείο παντού παρόν. Στην Κροατία ήταν που έδωσαν την πρώτη τους συναυλία, ένα προσφυγικό ταξίδι που έγινε περιοδεία. Έδωσαν συναυλίες και στην Αυστρία, αλλά και στη Γερμανία όπου κατέληξαν ζητώντας άσυλο από την κυβέρνηση. 
Ο τίτλος τού τραγουδιού Bel share' σημαίνει "στο δρόμο". Ταιριάζει πιο πολύ από όλα τα άλλα με την περιπέτεια που ζήσανε διασχίζοντας την Ευρώπη.




Στο ακόλουθο βίντεο το συγκρότημα παίζει το ίδιο τραγούδι στα σκαλοπάτια μιας γειτονιάς τής Βηρυττού το 2014, πριν ξεκινήσουν το ταξίδι τους για την Ευρώπη.